Les idées diluviennes

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2005

"Με τα χέρια στον αέρα μόνη σου χορεύεις..."

Από το πρωί ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνάει το μπούτι μου από τη ρίζα... όσο κι αν τα βιβλία που τελευταία με περιτριγυρίζουν μιλάνε μόνο για τις απολήξεις που προκαλούν αυτή την αίσθηση και όλη την επεξεργασία αυτής της δυσάρεστης πληροφορίας, δεν καταλαβαίνω τι μπορεί να το προκαλεί... κάθομαι, πονάω... απλώνω το πόδι, το ρεύμα με χτυπάει μέχρι τα μάτια... είναι σαν εκείνο το ρεύμα που αισθάνθηκα όταν έφυγες το πρωί... δεν ήθελα να φύγεις... ποτέ δε θέλω να φεύγεις... θα ήθελα να σε έχω 24 ώρες το 24ωρο και να σε ζαλίζω με όσα μου κατεβαίνουν στο μυαλό... πράγματα που σε αφορούν, πράγματα που αφορούν μονάχα εμένα, πράγματα που δε μας αφορούν καθόλου αλλά που συνηρμικά με το άκουσμα μιας λέξης μου γεμίζουν σκέψεις το μυαλό...

Το πόδι δεν αντέχεται... άμα το κάνω να ξεχαστεί με ευχάριστα ερεθίσματα θα ηρεμήσω; Σηκώνομαι και λύνω τα μαλλία... η αίσθηση στους ώμους μου με κάνει και φανταζομαι το δικό σου χάδι, έτσι όπως θα ήθελα να κυλήσουν αργά αργά τα τα χείλη σου στην πλαγιά που στηρίζει το πρόσωπό μου... να λιώσει ο λαιμός όπως τα κεριά που ανάβω κάθε βράδυ. Βάζω τον δίσκο εκείνο που πάντα είναι πρόχειρος δίπλα στο κομοδίνο μου και περιμένω να φτάσει στο σημείο που από το πολύ παίξιμο έχει αρχίσει να γίνεται διαφανές το πλαστικό. Και στο άκουσμα της πρώτης νότας κάνω το πρώτο βήμα... κι άλλα τρια... και μετά πάλι πίσω σε κύκλο... « When people run in circles it’s a very very mad world» Δε μ’ενδιαφέρει όμως... τρέλα αναζητώ, τρελά νιώθω! Πιο ύστερα θα κάνω τον ίδιο κύκλο πάλι, με το ίδιο χαμόγελο, χαμόγελο στον τοίχο. Σφραγίζω τα μάτια και αισθάνομαι την κάθε κλωστούλα της μοκέτας να μου γαργαλάει την γυμνή πατούσα... η φούστα ανεμίζει τις γάμπες, το ένα χέρι χαϊδεύει το στομάχι και το άλλο διασχύζει το πρόσωπο κάτω από τα μάτια που ανοίγουν και κεντρίζουν τον τοίχο... πάλι εκείνον τον άδειο τοίχο. Και η μουσική τρέχει πάνω στο κορμί, γίνεται ένα με κάθε κύτταρο, κυματίζει κάθε τι μέσα μου και προκαλεί φουρτούνα... καυτή φορτούνα... και ο τοίχος θαρρείς πως βαθαίνει... και σε βλέπω εκεί να με κοιτάς με το ζεστό σου βλέμμα... εκείνο που σου ζήτησα. Και χτυπάνε τα κρουστά, ανεβαίνει η φωνή, επιταχύνεται η ανάσα και ηχεί όλο και πιο δυνατή, φουσκώνει το στήθος και κοκκινίζουν τα μάγουλα. Ένα στρώμα νερό πάνω στο σώμα και οι νότες παίρνουν μορφή οδηγώντας κάθε κίνησή μου... μιλάνε μέσω του σαρκίου μου στην ψυχή μου. Και όσο πιο απότομες είναι, τόσο τη γαληνεύουν.

Η τελευταία νότα έπεσε με το τίναγμα των μαλλιών πάλι στους ώμους... πάλι εκείνη η αίσθηση που έχει αργήσει να έρθει... εκείνο το ρίγος στο λαιμό... Το πόδι δεν πονάει πια... το ηλεκτρικό ρεύμα όμως ακόμα με διαπερνά... αυτή τη φορά παντού...

--------------------oOo--------------------

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 11, 2005

Σπασμένα αυγά

Δεν έχουν μόνο τα μάτια το προνόμιο να κλαίνε... και η φωνή κλαίει, και το τέλι, και η χορδή της κιθάρας, και το δοξάρι που τρέχει πάνω στο βιολί, και οι λέξεις... όταν η ψυχή κλαίει, όλα θρηνούν... αυτή η ψυχή που όποιος τόλμησε και κατάφερε να τη θρυμματίσει δε θα κατορθώσει ποτέ να την ανασηκώσει ξανά, να της δώσει την πρώτη της άθικτη μορφή.

Κάποτε άκουσα πως η ψυχή είναι το κέλυφος του σαρκίου μας, κάτι σαν το τσόφλι ενός αυγού... μετά από πέσιμο, μπορείς να προσπαθήσεις να το ξανακολλήσεις με χιλιάδες τρόπους, κόλλα-σελοτέιπ-σάλιο... ετοιμόρροπο θα μείνει όμως. Το ίδιο συμβαίνει με τη ψυχή που πάντα θα είναι έτοιμη να σπάσει... και πάλι θα υποφέρει.

Πώς γίνεται να πονάει κάποιος τόσο πολύ ενώ το κερί του ακόμη δεν έχει ανάψει καλά-καλά; Να μην έχει όρεξη πια να γεύεται όσα αυτή η ζωή που «είναι ωραία» όπως όλοι κηρύττουν, να έχει την αίσθηση πως όσα είχε να ζήσει τα έχει ήδη ζήσει, να φοβάται τα χαμόγελα, να μην πιστεύει πλέον στον ήλιο; Μακάρι να έσβηνε τώρα κιόλας η μελαγχολία και η πικρία από όλα τα βλέμματα, όλα τα μάτια, όλες τις αγκαλιές...

--------------------oOo--------------------

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 04, 2005

κάποιο μοντρεαλίτικο πρωί

Πριν από λίγες μέρες είχα ξεμείνει από γάλα... πως ν'αρχίσω τη μέρα μου χωρίς το κρυο γαλατάκι που δροσίζοντας τα σωθικά μου με ξυπνάει μεμιάς; Έβαλα το λατρεμένο κασκόλ που μου έφτιαξε η μαμά, κόκκινο σαν το άλλο το θρυλοκασκόλ που συνηθίζω να φορώ, και το ζεστό μου κόκκινο παλτό και πήρα στα γρήγορα την τσαντούλα-πορτοφόλι μου την... κόκκινη... καλέ, πότε βρέθηκαν τόσα κόκκινα αξεσουάρ και ρούχα στην γκαρνταρόμπα μου; Εγώ απέφευγα το κόκκινο... μέσα σ'ένα τοπίο για τουλάχιστον 8-9 μήνες γκρίζο,μαύρο,άσπρο και καφέ, το κόκκινο ήταν το χρώμα που έκανε μπαμ με τη μια όταν προχωρούσε κανείς στο δρόμο... ενώ οι παστελ αποχρώσεις γινόντουσαν ένα με το σκηνικό και δεν τα παρατηρούσε κανείς... ήθελα γενικώς να μη ξεχωρίζω μόνο από τα υλικά πράγματα που με στόλιζαν... να κοντοστέκεται κάποιος να με προσέξει για κάτι που πίστεψε πως κρύβω και να το ανακαλύψει από μόνος του με το δικό του ψάξιμο...χμ... δεν είχα όμως χρόνο να καθήσω να σκεφτώ γιατί δε μου έμενε πολλή ώρα πριν αρχίσει το μάθημα... και τελικά το κόκκινο δεν κάνει και τόσο μπαμ... ο κόσμος έχει να ασχοληθεί με άλλα πράγματα στο δρόμο... Με το βήμα ταχύ και με το βλέμμα καρφωμένο προς την κατεύθυνση του πολυπόθητου γάλατος προχωρούσα σφιγμένη από το κρύο, τα μάτια προς τα κάτω, σχεδόν κλειστά για να μουσκευτούν όσο λιγότερο γινότανε από τον αέρα... κι αυτοί οι φακοί τσούζουν άμα στεγνώσουν! Τελικά τόσο σημαντικό ήταν το γάλα; Ολόκληρη είχα πουντιάσει, πιο ξύπνια δε μπορούσα να είμαι. Τι την ήθελα αυτή τη βόλτα πρωινιάτικα; Και τα καταραμένα τα αυτοκίνητα δε μου δίνουν προτεραιότητα να περάσω... σεβασμό στους πεζούς ρε! Κι εκεί που σιχτίριζα, άρχισα να ευλογώ την καθυστέρηση αυτή που μου επέβαλλαν με την οδική τους συμπεριφορά εκείνο το πρωί οι Μοντρεαλίτες... άμα δεν είχα αργήσει ίσως να μην είχα προσέξει το θέαμα που παρουσιάστηκε μπροστά μου από το πουθενά! Είδα μπαλόνια πολλά, μα πάρα πολλά, να ξεφεύγουν πίσω από ένα δέντρο που βρισκόταν 50 μέτρα μακριά μου και να πολεμάνε να φτάσουν το αεροπλάνο που πετούσε εκείνη τη στιγμή πάνω απο το κεφάλι μου... να του παραβγούν και να αγγίξουν τα αστέρια... ποιος τα αμόλησε άραγε; Ελεύθερα και όλα παρέα τρέχανε προς το πρώτο σύννεφο που θα συναντούσαν με τέτοια βια θαρρείς πως φοβόντουσαν πως θα τα ξαναφυλακίζανε! Και στάθηκα στη μέση του δρόμου και χαμογελούσα... και γρήγορα τα μεγάλα ποικιλόχρωμα μπαλόνια γίνανε κουκίδες μικροσκοπικές και όλες όμοιες, μονόχρωμες... άχρωμες... και ξαφνικά συνοφρυώθηκα... κι αν όλα αυτά τα μπαλόνια ήταν ενός παιδιού, αυτό δε θα έχει πλαντάξει τώρα στο κλάμα; Θυμάμαι τον φουσκωτό παπαγάλο που μου είχε χαρίσει ο νονός έξω από την ταβέρνα και μου τον είχε δέσει στον καρπό... όταν λύθηκε κι έφυγε, είχα ντέρτι μεγάλο... Κι όμως τα μπαλόνια δεν φαινόντουσαν και πολύ πρόθυμα να λυγίσουν μπρος τους λυγμούς του μικρού... οι νόμοι είναι νόμοι όποια κι αν είναι η φύση τους... η ελαστικότητα μικρή ή σχεδόν ανύπαρκτη... όσο κι αν νομίζουμε πως μπορούμε να τους πλάθουμε όπως θέλουμε... μπορώ να με αποκαλώ τελικά ελεύθερος άνθρωπος; Μπιιιιιιμπ-μπιιιιμπ-μπιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιμπ! Ποιος με λογοκρίνει πανάθεμα στις σκέψεις μου; Δε μου φτάνω η ίδια και η αυτολογοκρισία μου; Ωχ, λάθος... συγνώμη, πηγαίνω για το γάλα μου... ναι έχετε δίκιο, δε πρέπει να ρεμβάζω τον ουρανό στην άσφαλτο πάνω... όχι δεν έχω τάσεις αυτοκτονίας... μόνο τάσεις αυθορμητισμού... πατήστε το γκάζι κύριε και περάστε... δε σας καθυστερώ... περάστε! Εφυγα! Τι ώρα είναι; Πάει, το πρώτο τέταρτο του μαθήματος θα το χάσω! Την ετικέτα της αργοπορημένης δε θα καταφέρω να τη βγάλω από το κούτελό μου για άλλη μια φορά... δεν πειράζει, τουλάχιστον αυτή τη φορά έχω ένα καλό λογο για να με δικαιολογήσω σε μένα την ίδια...

--------------------oOo--------------------