Les idées diluviennes

Παρασκευή, Μαΐου 06, 2005

Μη μου στεναχωριέσαι, μάνα δε μου αξίζει...»

Μια λέξη κι όλα γίνανε πούλβερη. Πολλές λέξεις που μου βγαίνουν απο το στόμα εδώ και κάμποσο καιρό προκαλούν εκρήξεις άλλοτε ολέθριες κι άλλοτε τρακατρουκοδόρικες, ίσα-ίσα για να ακουστεί κάτι. Ησυχία δεν υπάρχει, αυτή η λέξη έχει διαγραφεί από το λεξιλόγιο των όσων με περιτριγυρίζουν από τη στιγμή που άρχισα να λέω «Μαμά, Μαμάς, Γιατί;» και να γράφω το γράμμα γ. Σαν ανάποδο ψαράκι μοιάζει, έτσι; Μάλλον γι'αυτό με τράβηξε και έγινε το πρώτο γράμμα που έμαθα να γράφω. «Είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του» ένα πράμα. Αμφιβολιά, ενδοιασμός, δειλία, ίσως και λιγοψυχιά... αδυναμία που από φυσιολογικές συνέπειες έφερε ψυχολογικές και οι τελευταίες δε λένε να φύγουν. Ενα ενοχλητικό υπόλειμμα πικρό σαν κατακάθι του καφέ που μεταβαλλει κάθε βήμα προς τα μπροστά σε στάσιμο τζόκινγκ. Τίποτα δεν αλλάζει ένω η ανάσα όλο και πιο κοφτή γίνεται, όλο και πιο γρήγορη μέχρι το στάδιο της δυσπνοιας. Υπερπροστασία από τη μία, παρακίνηση από την άλλη. Σφαλιάρα πότε θα πέσει; Πάντως και διχως κοκκίνισμα σημαδεμένο από δάχτυλα στο μάγουλο τα δάκρυα ξέρουν και κυλούν από μόνα τους. Χωρίς χαστούκι όμως, τα κλάματα δεν ανακουφίζουν δυστυχώς. Και ο κόσμος έχει γίνει πολύ ατομιστής για να σταθεί και να χάσει τον χρόνο του για να σου δώσει μια γερή μπας και συνέλθεις. Το μόνο που σκέφτεται είναι που θα βρει το δικό του ζητούμενο σκαμπίλι. Αγκαλιά και κράξιμο συχρόνως... αυτό δεν χρειαζόμαστε όλοι όταν ο ουρανός μας είναι γκρίζος ενώ η άνοιξη έχει φτάσει;

--------------------oOo--------------------

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

<< Home